e-Galatsi

σερφάροντας στο Γαλάτσι

 

Σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο ( μειοψήφισε μόνον   ο Σπ  .Παναγιώτου με τεκμηριωμένο  σκεπτικό που τον τιμά  ),  στην συνεδρίαση της 24/6/20 ,πήρε μία απόφαση: 
Απ'  ευθείας αγορά  τριών ακινήτων στο Ο.Τ. 19/197 ( παλαιό τέρμα) για δημιουργία πλατείας . Η  αξία  των ακινήτων αυτών θα καλυφθεί με δάνειo  4.650.000 ευρώ προς επιτόκιο  3,60%  ,συνολική επιβάρυνση του Δήμου, στα 10 χρόνια διάρκειας του δανείου,  5.557.344 ευρώ .

Για την ολοκλήρωση  του έργου  απαιτείται  να αποκτηθεί  και το διώροφο  στο ίδιο οικοδομικό τετράγωνο  στη Λ. Γαλατσίου. όπως   και το τριώροφο  στην Αγ. Γλυκερίας που οι ιδιοκτήτες τους , δεν πουλάνε τώρα. Προφανώς με το ΜΕΤΡΟ  θα αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη αξία.Για την απόκτησή τους ,θα ξεκινήσουν οι διαδικασίες αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, οι   οποίες <<    μετά την έγκριση τροποποίησης απαιτείται η σύνταξη πράξης αναλογισμού και καθορισμός τιμής μονάδος  ,διαδικασία  η οποία είναι πολύ χρονοβόρα .ενώ επισημαίνεται ότι  τα επικείμενα ( κτίρια ) αποζημιώνονται πάντα και αποκλειστικά από τον Δήμο >>,δηλαδή, απροσδιόριστο  ύψος ,επί πλέον χρημάτων ! Όλα αυτά  θα γίνουν με χρήματα  του Δήμου Γαλατσίου, δηλαδή του Γαλατσιώτη μόνο.

Κανένας δεν θα πει όχι (μεταξύ αυτών κι  εγώ)  ,στο όραμα <<κεντρική πλατεία>>.
Όμως, προκαλεί απορία  η αιφνιδιαστική  απόφαση που λήφθηκε   την εποχή τούτη  της σύγχυσης και κοινωνικής  αβεβαιότητας ,όταν καμία, μέχρι τώρα ,Δημοτική αρχή, σε καλύτερες εποχές , δεν τόλμησε   να αναλάβει το σύνολο  της δαπάνης .
Απορία, επίσης, προκαλεί η …αφωνία γύρω από το ΠΑΛΑΙ που ,όλως παραδόξως,  ενώ ήταν  το κεντρικότερο θέμα του προσανατολισμού της πόλης , έχει τυλιχθεί στην σιωπή ,ενώ όλοι όφειλαν  πριν την απόφαση ,να το έβαζαν στο Δημοτικό τραπέζι..

Επειδή, δεν πρόκειται  να …<< πάω  πλατεία>>,περιορίζομαι ,επί του παρόντος, σε   δύο ερωτήματα :
Α.  Δανεισμός Δήμου, σημαίνει  επιβάρυνση του Γαλατσιώτη – Γαλατσιώτισας  ή  περιορισμός των πόρων για τις   βασικές  λειτουργίες  της πόλης.
Μπορεί, τώρα, το Γαλάτσι, μόνο του, να αναλάβει ,αυτό το μεγάλο έργο  και δεν μπορούσε  εδώ και 40 χρόνια;
Πως , με τέτοιες πρωτοφανείς <<υποχρεώσεις, θα αντιμετωπίσει  απρόβλεπτες  δαπάνες , αλλά και αυξημένες τρέχουσες  ,όπως  συντήρηση σχολείων (  παλιά κτίρια) , κοινωνική μέριμνα ( επιπτώσεις ανεργίας, απολύσεων, κλεισίματος καταστημάτων …) ,για επιβεβλημένες παρεμβάσεις στον ιστό της πόλης (πεζοδρόμια, κοινόχρηστοι χώροι ….)  αλλά και δαπάνες για  << ερχόμενες>>ς συντηρήσεις του ΠΑΛΑΙ;
Β.  Όλες οι, μέχρι τώρα, συζητήσεις  -  ενέργειες  γύρω από το θέμα,  γίνονταν στη βάση ότι  η κεντρική πλατεία ήταν ταυτισμένη με  τον συγκοινωνιακό κόμβο Γαλατσίου – Βέικου, (Ανισόπεδη διάβαση, υπογειοποίηση… ) . Τώρα έχει προστεθεί  και τρίτος παράγοντας: η δημιουργία σταθμού του ΜΕΤΡΟ  στην ίδιο χώρο.
Συνεκτιμήθηκε στην απόφαση ότι, πλατεία, σταθμός μετρό,  και συγκοινωνιακός κόμβος που εξυπηρετεί  ανάγκες του λεκανοπεδίου και λιγότερο του Γαλατσιώτη  αποτελούν ένα σύνολο  που μόνον  κάτω από μία εμπεριστατωμένη μελέτη μπορεί να ιδωθεί;
Έχουν υπόψη τους την μελέτη  του ΜΕΤΡΟ και τι περιθώρια αφήνει για τυχόν δραστική λύση, πέραν βέβαια της ανωμαλίας που  για μεγάλο διάστημα θα προκαλέσει στην λειτουργία της πόλης;

Συνεχίζεται……..

 

Του Ίκαρου Πετρόπουλου

 

Διαβάστε περισσότερα του ιδίου

 

     Γιατί δεν κατέβηκες στις Δημοτικές εκλογές;

     Αντίο....Βασίλη Αποστολίδη

 

 

 

Πέρασα μπροστά από την πρώην κατοικία του Τσάκ, έφτασα γρήγορα σχετικά στο ύψος της Τράλλεων, προχώρησα με ρυθμό ήρεμο, δεν βιαζόμουν εξάλλου, τον περίπατο μου έκανα και έχω τη συνήθεια να παρατηρώ γύρω μου τα πράγματα. Πέρασα και την οδό Δρυόπιδος που οριοθετεί την πόλη στο εντός και εκτός σχέδιο της. Στην γωνία, από χρόνια βρίσκεται ένα φυτώριο λουλουδιών, δέντρων και λοιπών σχετικών με την γεωπονική πραγμάτων. Πάνω από το φυτώριο σε ένα πολύ παλιό κτίσμα, είχε κάποτε το ραφείο του ο κυρ Παύλος ο Σιγάλας. Προσπέρασα χωρίς δεύτερη σκέψη το σημείο αυτό κι έφτασα στο επόμενο στενό από το οποίο αρχίζει ουσιαστικά η δασική έκταση του Γαλατσίου. Ο δρόμος αυτός που ανεβαίνει προς την πλαγιά του λόφου, έχει έναν παλιό οικισμό (του Κόκου αν δεν κάνω λάθος) που απ’ ότι αντιλαμβάνομαι έχει μονιμοποιηθεί αλλά δεν επιτρέπεται η παραπέρα οικοδόμηση του. Σε ευθεία προς τα ανατολικά στο τέλος του λόφου, στο διάσελο ας πούμε, αρχίζουν τα όρια της Φιλοθέης. Συνεχίζω λίγο από τον εσωτερικό διάδρομο τον παράλληλο με την Βέϊκου και κοντοστέκομαι. Υπάρχει μια αλάνα δεξιά μου, ανατολικά δηλαδή. Πριν μερικές δεκαετίες, η αλάνα αυτή ήταν ένα τεράστιο γήπεδο ποδοσφαίρου, καταλάμβανε μάλιστα σε πλάτος το ένα οδόστρωμα της λεωφόρου, αυτό που συνεχίζει για το άλσος. Το αντίθετο οδόστρωμα που οδηγεί τ’ αυτοκίνητα προς το κέντρο της πόλης, από το ύψος της Τράλλεων μέχρι και το σημερινό άλσος, δεν ήταν παρά ένα μικρό, πανέμορφο μονοπάτι – και λέγαμε στους περασμένους καιρούς – να, ο δρόμος για τα πευκάκια. Ουσιαστικά, από την Τράλλεων και μετά υπήρχε δασώδης έκταση, με χαμηλή βλάστηση, ρίγανη, θυμάρι, αγριόχορτα, και ήταν όλος αυτός ο τόπος μια τεράστια εξοχή.

 

        Στο γήπεδο έπαιζαν ομάδες όπως η Αναγέννηση, ο Αβέρωφ και δεν θυμάμαι ποιες ακόμα. Κάθε Κυριακή, από το πρωί και μέχρι να σουρουπώσει, γινόντουσαν αγώνες. Πολύς κόσμος παρακολουθούσε, χειροκροτούσε, επευφημούσε, έβριζε, αλλά μέχρι εκεί, δεν υπήρχαν τραμπουκισμοί, επεισόδια, χουλιγκάνοι. Για αποδυτήρια οι ομάδες χρησιμοποιούσαν μια παλιά μονοκατοικία που βρισκόταν στην δυτική πλευρά και λίγο μακριά από το γήπεδο. Ο ιδιοκτήτης της μονοκατοικίας, παραχωρούσε ένα από τα δωμάτια για αποδυτήρια, νερό για να πλυθούν οι αθλητές, υπήρχε άφθονο έξω στον κήπο της. Τότε η πόλη ήταν μικρή, οι κάτοικοί της γνωριζόντουσαν όλοι μεταξύ τους, το γήπεδο ήταν μια μορφή διασκέδασης – η άλλη σοβαρή μορφή διασκέδασης για τους άντρες κυρίως ήταν οι αγώνες κάτς, που γινόντουσαν συνήθως στον κινηματογράφο Αλέξανδρο, εκεί που σήμερα είναι ένα άχαρο εμπορικό κέντρο. Στο κάτς, υπήρχαν «βαριά» ονόματα, Καρπόζηλος, Μασκοφόρος, Τρομάρας και λοιποί και έπαιζαν υποτίθεται ξύλο! Στους αγώνες της πάλης δεν πήγαινα διότι ήμουν μικρός και δεν με έβαζαν μέσα.  Περνούσε καλά ο κόσμος τότε με τα θεάματα και με λίγα φράγκα. Αλλά ας επανέλθω στο ποδόσφαιρο. Τότε αλλά και αργότερα, το Γαλάτσι ήταν ποδοσφαιρομάνα – έμ βέβαια, με τόσες αλάνες, τόσα οικόπεδα άδεια, τόσα χωράφια, τι θα έπαιζες; Μπέηζ μπώλ; Χόκεϋ επί χόρτου; Να μην τρελαθούμε, το ποδόσφαιρο, το δερμάτινο τόπι, είχε δημοφιλία. Αφού ακόμα και το μπάσκετ που έπαιζαν ελάχιστοι αλαφροΐσκιωτοι, θεωρούνταν πολύ ελιτίστικο άθλημα, πολύ αργότερα έφτασε στην Ελλάδα ο Γκάλης και το έκανε εθνικό σπορ με τη μαγκιά του και τα κόλπα του.

 

        Η αρχαιότερη ομάδα στο Γαλάτσι ήταν η Ένωση, πολύ αργότερα εμφανίστηκε και ο Α.Ο. Γαλατσίου. Αυτές οι δυό ομάδες είχαν μεγάλες κόντρες, αριστεροί κόντρα στους δεξιούς! Και οι δυό όμως είχαν πολύ καλούς παίκτες, στον Α.Ο Γαλατσίου όμως βγήκε μία φουρνιά με παικταράδες που έπαιζαν μπάλα και όχι κλοτσοσκούφι όπως σήμερα. Αν αυτές οι ομάδες ενώνονταν σε μία, το Γαλάτσι θα είχε μόνιμα ομάδα στη Β’ Εθνική τουλάχιστον, αλλά, τα πάθη των «ισμών» και των ψευδο-ιδεολογιών δεν επέτρεπαν τέτοια χαμηλού επιπέδου πράγματα. Η Ένωση, είχε επίσης και άλλα αξιόλογα τμήματα, σκάκι, βόλεϊ κλπ. Ο Α.Ο. αργότερα έκανε τμήμα μπάσκετ.

 

        Άφησα την αλάνα και συνέχισα αργά, απέναντι, στ’ αριστερά μου υψώθηκε το ογκώδες οικοδόμημα της Αγίας Ειρήνης. Ο ναός στον χώρο που βρίσκεται δείχνει να είναι εκτός σχεδίου πόλεως. Στα πράγματα της εκκλησίας υπάρχει μυστήριο, υπάρχουν θαύματα, ποιος ξέρει, ακόμα ένα, και να ο μεγαλειώδης ναός για να ακούγεται ο απλός Λόγος του Χριστού. Στο Γαλάτσι, εδώ και αιώνες υπάρχει ο ναός της αγίας Γλυκερίας, εντός του ιστού της πόλης αυτός, με θρύλους να τον περιζώνουν, έναν γενίτσαρο που αντάμωσε εκεί τον χαμένο του αδελφό και τέτοια ωραία παραμύθια που συγκινούν τον κόσμο αφού απευθύνονται στα συναισθήματά του. Στην αγία Γλυκερία όπως εγώ την πρόλαβα, υπήρχε μπροστά της ένας στενός δρόμος που πήγαινε προς την Κυψέλη. Απέναντί της, προς τα δυτικά του δρόμου, ένα όμορφο ξενοδοχείο όπου τα ζευγάρια δεν πήγαιναν για ύπνο αλλά για συνεύρεση σεξουαλική μερικών ωρών– τότε, την αρχαία δηλαδή εποχή, ο έρωτας ήταν αμάρτημα μέγα και η καθώς πρέπει κοινωνία, γεμάτη ηθικές αξίες, τον έκρυβε από το φως. Εκείνος ο στενός δρόμος που ονομάζεται πλέον «οδός Αγίας Γλυκερίας» οριοθετούσε την αμαρτία από την αγιότητα, τα απολωλότα πρόβατα της κοινωνίας από τα χρηστά ήθη της. Προϊστάμενος του ναού κατά την εποχή του ζοφερού σκότους υπήρξε ο αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος (μην με ρωτάς για το επίθετό του, δεν το ξέρω), που παράλληλα έφερε και υψηλό στρατιωτικό βαθμό. Ο αρχιμανδρίτης εκείνος βρέθηκε σε κόντρα με την δημοτική αρχή η οποία θέλησε να κάνει διαπλάτυνση του δρόμου διότι οι ανάγκες της εποχής το επέβαλαν. Αντιδρούσε σφόδρα ο άγιος εκείνος άνθρωπος και κράτησε αρκετά χρόνια εκείνη η κόντρα, μέχρι που εδέησε και έδωσε τη συγκατάθεσή του για τον νέο δρόμο. Την ίδια περίπου εποχή, συμφώνησε να οικοδομηθεί και δεύτερος ναός στο Γαλάτσι, αλλά μακριά από την ενορία του, κι έτσι, στο άλλο άκρο της πόλης στέκει σήμερα σαν τον πύργο του Άιφελ η αγία Ειρήνη. Στην αρχή της κτίσης της η εκκλησία, ήταν ένας σωρός από τσιμέντα, αλλά σιγά-σιγά, μεθοδικά, χωρίς βιασύνες, με τον οβολό των πιστών, με δωρεές για την σωτηρία αμαρτωλών ψυχών και με κάθε θεμιτό τρόπο, το τσιμέντο καλύφτηκε από την πέτρα, το λευκό μάρμαρο σκέπασε το γκρίζο χρώμα και ένας περικαλλής ναός οριοθετεί σήμερα την πόλη από την δασική έκταση. Τα χωράφια πέριξ του ναού αλλά και έν γένει όλο το σημερινό πλέγμα των πολυκατοικιών, ανήκαν στο τσιφλίκι του Βέϊκου.

 

        Έστρεψα το κεφάλι μου από την αγία Ειρήνη και συνέχισα στο ήσυχο δρομάκι. Πιο κάτω, δίπλα μου, ακόμα ένα κτίσμα μέσα στην δασική περιοχή. Μια ωραιότατη βίλλα χτισμένη αμφιθεατρικά πνιγμένη από πεύκα και γκαζόν – και αυτή θα χρειάστηκε ειδική άδεια ανοικοδόμησης, ανήκει σε κληρονόμο από το πάλαι ποτέ τσιφλίκι του Βέϊκου. Δεν την προσπέρασα, διότι η ματιά μου στράφηκε αντίκρυ, στην άλλη πλευρά της λεωφόρου, εκεί όπου στέκουν δύο όμορφα κτίσματα, και τα δυό παλιά. Το μεγαλύτερο, μια βίλλα της ίδιας οικογένειας που χτίστηκε την μεταπολεμική περίοδο και πλησίον της το πυργόσπιτο του Βέϊκου. Και οι τρεις κατοικίες που ανέφερα κατοικούνται. Ευρισκόμενες σε ειδυλλιακό περιβάλλον, είναι δίπλα στην πόλη και μακριά της. Δεν πρόλαβα να συνεχίσω τον δρόμο μου αλλά έπεσα σε απαράδεκτο τσιμεντένιο έκτρωμα, την πεζογέφυρα που ενώνει τις δυό αντικρυστές πλευρές της λεωφόρου. Έργο των Ολυμπιακών αγώνων της Αθήνας για να διευκολύνει την ασφαλή μετάβαση των θεατών σε ένα γήπεδο – ποιο γήπεδο, μη με ρωτήσεις, απέχω δεκαετίες από τα πάσης φύσεως αθλητικά δρώμενα, οπότε, μη με παρεξηγείς που δεν γνωρίζω. Ίσως και να έχει ακόμα πρακτικούς λόγους ύπαρξης το συγκεκριμένο έργο, όμως, δεν έχω προσέξει να μετακινούνται πάνω στην πεζογέφυρα οδοιπόροι. Μπορεί να είναι αόρατοι!

 

        Ουσιαστικά, μερικές δεκάδες μέτρα πιο κει, αρχίζει το άλσος του Βέϊκου, ένα, αν όχι το καλύτερο πάρκο στην Αττική. Όλη αυτή η τεράστια περιοχή, από το γήπεδο και μετά μέχρι εκεί που τελειώνει το άλσος στα σύνορα με την Φιλοθέη, φιλοξενούσε στη καρδιά της ένα πανέμορφο πευκοδάσος – και από τις δυό πλευρές της λεωφόρου. Μικρός σαν ήμουν, θυμάμαι πολύ καλά έναν ενιαίο χώρο, δασώδη στο μεγαλύτερο μέρος του, μόνο που, στη δυτική πλευρά, όπως τον ορίζει σήμερα η λεωφόρος, τα δέντρα είχαν λιγοστέψει. Γιατί; Διότι, στην κατοχή πήγαιναν κι έκοβαν τα ξύλα για να πυρωθούν τους δύσκολους χειμώνες τα γερμανικά στρατεύματα. Αργότερα, στον εμφύλιο, στην περιοχή του εναπομείναντος πευκοδάσους, γινόντουσαν οι εκτελέσεις των μεν και των δε. Όποιος προλάβαινε πρώτος έστηνε το εκτελεστικό απόσπασμα – εμπρός στις ιδέες του κράτους και της επανάστασης, οι ανθρώπινες ζωές είχαν χάσει την αξία τους. Σε μια από τις πολλές εκτελέσεις κάτω από τα άδολα πεύκα, οι αντάρτες είχαν στημένους τρεις χίτες, τους ντουφέκισαν, οι δύο έπεσαν, ο τρίτος όχι. Ντουφέκι στο ντουφέκι, δεν τον έπιαναν τον όρθιο χίτη οι σφαίρες. Μέσα στην αναμπουμπούλα της αριστερής αστοχίας, το δεξιό καλόπαιδο πετάχτηκε σαν τον μαύρο πάνθηρα στη ρεματιά και χάθηκε. «Ωραία χρόνια» εκείνα, είχαν σασπένς, πολλοί τα θυμούνται ακόμα και νιώθουν περήφανοι, σε όποια πλευρά κι αν έγερναν. «Πατριώτες» όλοι τους.

 

        Δυτικά από τον πρόχειρο τόπο εκτελέσεων κατά την διάρκεια του εμφυλίου, συναντάμε έναν τεράστιο σε μήκος μαντρότοιχο που ασφαλίζει τις εγκαταστάσεις της ΟΥΛΕΝ (τώρα ΕΥΔΑΠ). Η ΟΥΛΕΝ, αν δεν απατώμαι ήταν η αμερικάνικη εταιρεία που κατασκεύασε το φράγμα του Μαραθώνα και το εξωτερικό δίκτυο ύδρευσης μέχρι την Αθήνα.  Η δεξαμενή του δικτύου βρίσκεται στον λόφο που χωρίζει το Γαλάτσι με την Φιλοθέη, τα νερά της λίμνης του Μαραθώνα φτάνουν στην δεξαμενή και στην συνέχεια κατεβαίνουν στο εργοστάσιο της ΟΥΛΕΝ. Ολόκληρη η περιοχή είναι όμορφη, έχει μια ησυχία κι ας περιτριγυρίζεται από το οικιστικό πλέγμα της πόλης. Η περιοχή μεταξύ Βέϊκου και ΟΥΛΕΝ είναι ότι απόμεινε από το τεράστιο τσιφλίκι του Βέϊκου. Δεν γνωρίζω το σημερινό ιδιοκτησιακό καθεστώς της περιοχής αλλά δεν με απασχολεί ιδιαίτερα, αφού δικό μου δεν είναι αυτό το ειδυλλιακό μέρος

 Το άλσος λοιπόν, ή καλύτερα, ο χώρος που είναι σήμερα το άλσος,  καταπατήθηκε επί δημάρχου Παπαδιονυσίου. Ήταν εκείνος ο δήμαρχος που έθεσε τον θεμέλιο λίθο της καταστροφής της πόλης με τις ανύπαρκτες πλατείες, αλλά ίσως, για να αντισταθμίσει τη ζημιά που έκανε στη πόλη, έδωσε ιδιαίτερη προσοχή στο κτήμα του Βέϊκου. Ένα βράδυ, εισέβαλαν οι μπουλντόζες στο δάσος με αρκετούς πολίτες σαν συμπαραστάτες, αλλά όλα κύλησαν ήσυχα. Κατέστρεψαν οι μπουλντόζες μεγάλο μέρος του δάσους, οριοθέτησαν τον καταπατημένο χώρο και πήγαν το πρωί άπαντες για καφέ. Η επανάσταση είχε πετύχει αναίμακτα! Από εκεί και ύστερα, σιγά-σιγά, χρόνο με το χρόνο έτρεξε άφθονο χρήμα αλλά ο στόχος επετεύχθη, το άλσος του Βέϊκου κοσμεί πλέον την Αττική γη, είναι η πράσινη ανάσα έξω από την γκρίζα πόλη. Σε αυτό περιλαμβάνονται γήπεδα, κολυμβητήρια, πλακόστρωτα δρομάκια, ασφάλτινοι δρόμοι, δέντρα, παρτέρια με λουλούδια, θέατρο, κινηματογράφος, χώροι για καφέ και φαγητό, διατηρήθηκε ο τάφος του Λάμπρου Βέϊκου απέναντι σχεδόν από την Όμορφη εκκλησιά του Άη Γιώργη, νερό άφθονο από βρύσες που βρίσκονται παντού, αμέτρητες επιλογές περιπάτου, πλαγιές από γρασίδι, υπαίθριο γυμναστήριο, και πόσα ακόμα που αν προσθέσουμε και την καθαριότητα, μπορούμε να πούμε αβίαστα ότι έχουμε δίπλα μας έναν χώρο που ξεκουράζει σώμα και πνεύμα με το περιβάλλον του.

 

        Στον χώρο αυτό βρίσκομαι τώρα και περπατώ στα δρομάκια του. Είναι ακόμα πρωί και υπάρχει ησυχία, οι περιπατητές σαν κι εμένα, μόνοι ή παρέα δυό και τρεις μαζί, δεν κάνουν θόρυβο, έχουν βιαστικό βηματισμό εν αντιθέσει με μένα που οι ρυθμοί μου είναι αργοί, δεν βιάζομαι, βλέπω το κάθε δέντρο που είναι γύρω, παρατηρώ την φρεσκάδα των λουλουδιών, κάνω στάση σε βρύσες και ρίχνω νερό στο πρόσωπό μου – όχι, δεν είναι η ζέστη που αποζητώ το νερό, είναι η ευλογία που διαχέεται παντού. Διαφορετική τούτη η ευλογία από εκείνη της θρησκείας ειπωμένη από κούφια λόγια παπάδων που παίζουν με τον ανθρώπινο φόβο. Τέλος πάντων, εδώ μέσα σαν είσαι τα πάντα αλλάζουν χωρίς κόπο. Σαν έφτασα στο κιόσκι, ένα από τα πολλά που υπάρχουν, άδειασα το σακίδιο μου, άνοιξα το βιβλίο κι άρχισα να διαβάζω τον «βασιλιά των ορέων» του Edmond About. Ναι, αυτού του «ανθέλληνα» που λένε οι φανατικοί.

 

"Πεζοπόρος"

Διαβάστε τη προηγούμενη πεζοπορία 

Η Βέϊκου σαν λεωφόρος ξεκινά από την διασταύρωση με την λεωφόρο Γαλατσίου και τελειώνει στα όρια του Δήμου Γαλατσίου προς τον βορά. Μια ευθεία ουσιαστικά είναι, η δε συνέχεια της λέγεται Κύμης και η οποία καταλήγει στην Αττική οδό και στο Ηράκλειο. Σήμερα βλέπεις μια φαρδιά λεωφόρο δύο κατευθύνσεων για τ’ αυτοκίνητα και στην μέση μια νησίδα γεμάτη από δέντρα. Δεν είναι άσχημη, ειδικότερα τις ώρες και τις ημέρες που δεν πολύ-κυκλοφορούν αυτοκίνητα. 


Στα παιδικά μου χρόνια είχε διαφορετική μορφή. Το δυτικό της κατάστρωμα από την Λ. Γαλατσίου μέχρι και την διασταύρωση με την Τράλλεων ήταν ένα ρέμα, ναι, έτρεχε νεράκι που κατέβαινε από τον Αγχεσμό (Τουρκοβούνια). Το ρέμα συνέχιζε στην Τράλλεων κι έφτανε στην σημερινή οδό Φωκά, μετά που πήγαινε, μην με ρωτάς, δεν ξέρω, ή μάλλον δεν θυμάμαι!
Εκεί στη Φωκά είχε προπολεμικά ο Τσάκ τους κήπους του και φύτευε μαρουλάκια και λοιπά ζαρζαβατικά – όχι ο ίδιος, αυτός ήταν ο γαιοκτήμονας της περιοχής – αλλά οι εργάτες του. Σύμφωνα με διήγηση του παππού μου που ήταν εργολάβος, του είχε ζητήσει ο Τσάκ να του χτίσει περιμετρικά από το κτήμα της Φωκά μια πέτρινη μάντρα, αλλά επειδή τότε και οι πλούσιοι δεν είχαν φράγκα, θα τον πλήρωνε σύμφωνα με τις συνήθειες της ανταλλακτικής οικονομίας – θα του παραχωρούσε δηλαδή την δυτική πλευρά της Βέϊκου. Τότε στο ρέμα το κλίμα δεν ήταν υγιεινό, το καλοκαίρι λίμναζαν τα νερά και φώλιαζαν τα κουνούπια, ήταν τόπος ζόρικος για κατοικίες. Αρνήθηκε ο παππούς μου, όχι τόσο για το μικροκλίμα της περιοχής αλλά διότι τα έξοδα του έργου ήσαν πολλά και δεν μπορούσε να τα καλύψει. Γλύτωσε την Βέϊκου ο Τσάκ και ο παππούς μου τη βαβούρα των κουνουπιών!

Το σπίτι του Τσάκ ήταν στο Παλιό Ψυχικό, ακόμα εκεί είναι, μια παλιά αρχοντική βίλα, πνιγμένη στο πεντελικό μάρμαρο και κυκλωμένη από ένα τεράστιο κήπο. Σήμερα ζει εκεί ο κληρονόμος της οικογένειας με τον οποίο ήμασταν φίλοι για πολλά χρόνια. Χαθήκαμε, όχι, δεν τσακωθήκαμε ποτέ, δεν λογοφέραμε, απλά χαθήκαμε, όπως γίνεται στις ανθρώπινες σχέσεις. Ο Τσάκ λοιπόν ο νεώτερος, ο φίλος μου, ήταν ομορφόπαιδο. Εντάξει, τότε κι εγώ ήμουν. Σπουδαγμένος στα καλύτερα σχολεία της Ελβετίας, με τις ξένες γλώσσες του, τους καλούς του τρόπους, και φυσικά τα φράγκα του – αλλά είχε ένα θέμα ο μπαγάσας, έπινε, όταν λέω έπινε, εννοώ τα πάντα, από οινόπνευμα καθαρό μέχρι αψέντη. Στο ενδιάμεσο συμβιβαζόταν με κρασί ή και ούζο. Το ουίσκι το προτιμούσε όταν πήγαινε στα σκυλάδικα της παραλιακής ζώνης. Στην εποχή της πολυετούς φιλίας μας, στο Ψυχικό έμενε ο θειά του, ο πατέρας του ζούσε μόνιμα σε ένα πύργο στο Βέλγιο, η μάνα του – πραγματική αριστοκράτισσα με καταγωγή από την Οδησσό και πατέρα πλοιοκτήτη, ζούσε όπως κι αυτός στο Γαλάτσι. Όταν πέθαναν όλοι, ο Τσάκ ο νεώτερος, ο φίλος μου, μετακόμισε στο Ψυχικό. Στο Γαλάτσι, είχαν την πολυκατοικία που παλιά στο ισόγειό της λειτουργούσε ο κινηματογράφος «Σταρ». Όταν έπινε ο Τσάκ γινόταν ο φόβος και ο τρόμος της περιοχής. Όχι, δεν ήταν βίαιος, δεν έκανε τραμπουκισμούς, αλλά συνήθιζε την ώρα της μέθης να τσεκάρει αν δουλεύουν όπως πρέπει οι δημόσιες υπηρεσίες. Θα αναφέρω μόνο ένα περιστατικό για να καταλάβεις τι εννοώ, αν είναι ν’ αναφέρω όλες του τις ζαβολιές θα πρέπει να γράψω ολόκληρο βιβλίο!

       Ένα βραδάκι, κατέβαινα με τα πόδια προς την Βέϊκου, είχα ξεμείνει από τσιγάρα και πήγαινα στο πλησιέστερο περίπτερο που ήταν έξω από το «Σταρ». Ένα στενό πριν την λεωφόρο, βλέπω αστυνομικές δυνάμεις να ζώνουν την περιοχή. Οπλισμένοι αστυνομικοί σαν αστακοί, τρόμαξα. Απομάκρυναν τους περαστικούς σαν κι μένα με φωνές άγχους. Με το ζόρι έφτασα στο περίπτερο και πήρα τσιγάρα – εκεί είδα ότι είχαν κυκλώσει την πολυκατοικία του Τσάκ, κατάλαβα, πάλι τα είχε πιει ο άρχοντας και κάλεσε το κράτος για να τσεκάρει τα αντανακλαστικά του! Με τη σκέψη αυτή πήγα να γελάσω αλλά δεν πρόφτασα, κατέβασαν αλυσοδεμένο τον Τσάκ και τον έβαλαν στο περιπολικό και εξαφανίστηκαν με τις σειρήνες να σκούζουν. Τι είχε συμβεί;
Τίποτα το ιδιαίτερο … βραδάκι ήταν, ο άρχοντας τα είχε πιεί –και όταν τα έπινε έξω δημιουργούσε πρόβλημα κυρίως στον ίδιο– αλλά όταν έπινε σπίτι μου, καθισμένος αναπαυτικά στην ωραία πολυθρόνα του, έχοντας στα δεξιά του ένα μικρό έπιπλο όπου ακουμπούσε τα ποτά και τα τσιγάρα του, και στα αριστερά του είχε το σταθερό τηλέφωνο (τα κινητά εκείνο τον αιώνα δεν υπήρχαν), τότε περίεργες σκέψεις πλημμύριζαν το μεθυσμένο μυαλό του, και τι του ήρθε; Ά, να σημειώσω ότι ήταν η εποχή που η αστυνομία είχε επικηρύξει ένα τρομοκράτη, τον Μπαλάφα νομίζω, και έδινε έναν εύκολο αριθμό για να κάνει ο φιλήσυχος κόσμος καταγγελίες αν έπεφταν τίποτα περίεργες κινήσεις στην αντίληψή του – σε αυτό το πλαίσιο κινήθηκε ο αδιάφθορος της Βέϊκου και σήκωσε το τηλέφωνο:
Γειά σας, αστυνομία εκεί; Εδώ Τσάκ, οδός…., αριθμός……, ελάτε γρήγορα, είναι ο Μπαλάφας σπίτι μου και τον έχω ακινητοποιήσει, βιαστείτε! Όταν λοιπόν κατέβαινα για ν’ αγοράσω τσιγάρα, είχαν φτάσει στην περιοχή οι ειδικές δυνάμεις, ασθενοφόρα, περιπολικά και δεν θυμάμαι τι άλλο, έχουν περάσει και χρόνια και το μυαλό δεν είναι εγκυκλοπαίδεια Ήλιος να γνωρίζει ή να θυμάται τα πάντα! Φτάνει μια ομάδα κομάντος στον 2ο όροφο που κατοικούσε ο συνειδητός πότης, χτυπάει την πόρτα, τίποτε, καμιά φωνή, χτυπάει πάλι, πιο δυνατά, πάλι σιωπή. Τι να κάνουν τα κομάντος, σπάνε την πόρτα και μπουκάρουν στο σπίτι, απέναντι τους ακριβώς, καθόταν ο άρχοντας στην πολυθρόνα του – κοιτάζουν δεξιά, αριστερά, πουθενά ο τρομοκράτης. Ένας, μάλλον ο επικεφαλής, με φωνή που κατέβαζε βουνό, τόσο δυνατή, φωνάζει στον καθιστό ταύρο: που είναι ο Μπαλάφας ρέ; Πιωμένος αλλά ψύχραιμος, με στέρεη φωνή ο φύλακας της Βέϊκου, κοιτάζει στα ίσα τον επικεφαλή και αργά, του λέει:
νάτος ο Μπαλάφας, και του δείχνει και με τα δυό χέρια τα «μέζεά» του, που έλεγε τον 21ο αιώνα κι ένας διανοούμενος βουλευτής!

Την εξέλιξη εντός της κατοικίας του, μου την διηγήθηκε ο ίδιος ο άρχοντας λίγες μέρες μετά, όταν τον άφησαν ελεύθερο και αφού όπως είπε τον σακάτεψαν στο ξύλο! Του έκανα την κρίσιμη ερώτησε όταν άκουσα τον βαθύ του πόνο: για πες μου φίλε, το κράτος λειτουργεί; Πως το είδες; Σώπασε για λίγο, με κοίταξε γελώντας ο άτιμος ο θεομπαίχτης λέγοντάς μου: δεν έχω παράπονο, υπάρχουν αντανακλαστικά!

 

"Πεζοπόρος"